![]()
Εκτενής Οδηγός για την Ηπατίτιδα Β
Περιεχόμενα
- Εισαγωγή
- Πώς μολύνθηκα από την ηπατίτιδα Β;
- Εξέταση για την ηπατίτιδα Β
- Συμπτώματα της ηπατίτιδας Β
- Διάγνωση της ηπατίτιδας Β
- Θα αναπτύξω χρόνια ηπατίτιδα Β;
- Διατρέχω κίνδυνο να αναπτύξω κίρρωση ή καρκίνο του ήπατος;
- Θεραπεία της ηπατίτιδας Β
- Συμβουλές για τη διατήρηση της υγείας του ήπατος
- Πρόληψη
Εισαγωγή
Ο όρος «ηπατίτιδα» χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συχνή μορφή ηπατικής βλάβης. Η ηπατίτιδα σημαίνει απλά «φλεγμονή του ήπατος» (η κατάληξη «-ίτιδα» σημαίνει φλεγμονή και το «ηπατ-» σημαίνει ήπαρ). Η ηπατίτιδα Β είναι ένας συγκεκριμένος τύπος ηπατίτιδας. Προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Β.
Εκτιμάται ότι υπάρχουν περισσότεροι από 250 εκατομμύρια φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β στον κόσμο, με πάνω από 1,1 εκατομμύριο ανθρώπους να πεθαίνουν ετησίως από ηπατική νόσο που σχετίζεται με την ηπατίτιδα Β.
Ευτυχώς, η λοίμωξη από ηπατίτιδα Β μπορεί να προληφθεί με εμβολιασμό. Τα εμβόλια κατά της ηπατίτιδας Β είναι ασφαλή και εξαιρετικά αποτελεσματικά στην πρόληψη της λοίμωξης από ηπατίτιδα Β και χορηγούνται πλέον συστηματικά σε νεογέννητα και παιδιά σε πολλές χώρες (όπως και στην Ελλάδα). Μπορούν επίσης να χορηγηθούν με ασφάλεια σε έγκυες. Για τα άτομα που πάσχουν από χρόνια ηπατίτιδα Β, ο εμβολιασμός δεν είναι απαραίτητος και δεν θα εξαλείψει τον ιό, αλλά υπάρχουν διάφορα φάρμακα για τη θεραπεία της λοίμωξης.
Πώς μολύνθηκα από την ηπατίτιδα Β;
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους τα άτομα μολύνονται από τον ιό της ηπατίτιδας Β.
Μολυσμένες βελόνες
Η χρήση μολυσμένων βελόνων μπορεί να μεταδώσει τον ιό της ηπατίτιδας Β. Αυτό μπορεί να συμβεί αν άτομα που κάνουν χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών μοιράζονται βελόνες ή σύριγγες. Είναι επίσης πιθανή η μετάδοση της ηπατίτιδας Β μέσω του τατουάζ, του βελονισμού ή του piercing (εάν αυτές οι διαδικασίες γίνονται με μολυσμένα εργαλεία). Ο επαγγελματίας που σας φροντίζει πρέπει να ακολουθεί προσεκτικές διαδικασίες αποστείρωσης.
Σεξουαλική επαφή
Η σεξουαλική επαφή με κάποιον που έχει μολυνθεί είναι ένας από τους πιο συνηθισμένους τρόπους μόλυνσης από ηπατίτιδα Β. Εάν έχετε μολυνθεί από ηπατίτιδα Β και έχετε σταθερό(-ούς) σεξουαλικό(-ούς) σύντροφο(-ους), θα πρέπει να υποβληθούν σε εξέταση για τη λοίμωξη και να εμβολιαστούν, εάν είναι απαραίτητο.
Τοκετός
Η ηπατίτιδα Β μπορεί να μεταδοθεί από μια έγκυο στο μωρό της κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά τον τοκετό (είτε πρόκειται για φυσιολογικό τοκετό είτε για καισαρική τομή).
Για να προληφθεί η μετάδοση κατά τον τοκετό, όλες οι έγκυες γυναίκες πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο για ηπατίτιδα Β. Εάν από τις εξετάσεις διαπιστωθεί ότι η γυναίκα πάσχει από χρόνια ηπατίτιδα Β, ο γιατρός της ενδέχεται να συστήσει θεραπεία με αντιιικό φάρμακο για να μειωθεί ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού στο μωρό κατά τη γέννηση.
Στην Ελλάδα το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β συνιστάται για όλα τα μωρά, με την πρώτη δόση να χορηγείται κατά τη γέννηση (Εμβολιαστικό σχήμα – 3 δόσεις σε 0,1, και 6 μήνες αντίστοιχα). Τα μωρά πρέπει να λαμβάνουν το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β ακόμη και αν η μητέρα δεν πάσχει από ηπατίτιδα Β.
Οι ειδικοί θεωρούν ότι ο θηλασμός είναι ασφαλής για τις γυναίκες με ηπατίτιδα Β, υπό την προϋπόθεση ότι το βρέφος έχει λάβει όλα τα απαραίτητα εμβόλια για την προστασία του από τη λοίμωξη.
Στενή επαφή
Η ηπατίτιδα Β μπορεί να μεταδοθεί μέσω στενής προσωπικής επαφής. Αυτό μπορεί να συμβεί εάν αίμα ή άλλα σωματικά υγρά εισέλθουν σε μικροσκοπικές ρωγμές ή πληγές στο δέρμα, στο στόμα ή στα μάτια σας. Ο ιός μπορεί να επιβιώσει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός του σώματος, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να μεταδοθεί μέσω της κοινής χρήσης οικιακών αντικειμένων, όπως οδοντόβουρτσες ή ξυράφια. Ωστόσο, δεν μεταδίδεται μέσω της επαφής, της χειραψίας ή της κοινής χρήσης γευμάτων ή μαγειρικών σκευών.
Μετάγγιση αίματος και μεταμόσχευση οργάνων
Σήμερα, είναι εξαιρετικά σπάνιο να μεταδοθεί η ηπατίτιδα Β μέσω μετάγγισης αίματος ή μεταμόσχευσης οργάνων. Οι δότες αίματος και οργάνων υποβάλλονται σε προσεκτικό έλεγχο για δείκτες λοίμωξης από ηπατίτιδα.
Στο νοσοκομείο
Στο νοσοκομείο, ο ιός της ηπατίτιδας Β μπορεί να μεταδοθεί από έναν ασθενή σε άλλον ή από έναν ασθενή σε γιατρό ή νοσηλευτή σε περίπτωση τυχαίου τρυπήματος με βελόνα. Είναι σπάνιο ένας γιατρός ή νοσηλευτής να μεταδώσει την ηπατίτιδα Β σε έναν ασθενή. Η χρήση γαντιών και το πλύσιμο των χεριών μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη της μετάδοσης του ιού. Η απόρριψη βελόνων και συριγγών μετά τη χρήση και η σωστή αποστείρωση του χειρουργικού εξοπλισμού αποτρέπουν επίσης τη μετάδοση του ιού.
Εξέταση για την ηπατίτιδα Β
Οι ειδικοί συνιστούν σε όλα τα άτομα ηλικίας 18 ετών και άνω να υποβάλλονται σε έλεγχο για ηπατίτιδα Β τουλάχιστον μία φορά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η λοίμωξη μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές εάν το άτομο δεν γνωρίζει ότι την έχει. Τα περισσότερα άτομα με χρόνια ηπατίτιδα Β δεν παρουσιάζουν συμπτώματα έως ότου το ήπαρ τους υποστεί σοβαρή βλάβη· επομένως, ο έλεγχος είναι σημαντικός για την έγκαιρη ανίχνευση της λοίμωξης. Για τον έλεγχο μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορες εξετάσεις αίματος.
Οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να υποβάλλονται σε επανέλεγχο για ηπατίτιδα Β κατά τη διάρκεια κάθε εγκυμοσύνης. Εάν μια εξέταση δείξει ότι το άτομο έχει πράγματι ηπατίτιδα Β, υπάρχουν μέτρα που μπορούν να ληφθούν για τη μείωση του κινδύνου μετάδοσης της ηπατίτιδας Β στο μωρό τους.
Γενικά, δεν απαιτείται διαγνωστικός έλεγχος για άτομα που έχουν εμβολιαστεί πλήρως κατά της ηπατίτιδας Β και έχουν υποβληθεί σε εξέταση αίματος που επιβεβαιώνει ότι έχουν ανοσία στον ιό. Ωστόσο, ο διαγνωστικός έλεγχος θα πρέπει να πραγματοποιείται σε άτομα που έχουν εμβολιαστεί αλλά δεν είναι σίγουρα αν ανταποκρίθηκαν στο εμβόλιο.
Συμπτώματα της ηπατίτιδας Β
Τα συμπτώματα της ηπατίτιδας Β ποικίλλουν. Αφού ένα άτομο μολυνθεί για πρώτη φορά από την ηπατίτιδα Β, μπορεί να εμφανίσει μια ασθένεια παρόμοια με τη γρίπη, η οποία περιλαμβάνει πυρετό, κοιλιακό άλγος, κόπωση, μειωμένη όρεξη, ναυτία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κιτρίνισμα του δέρματος και των ματιών (ίκτερος). Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να αναπτυχθεί ηπατική ανεπάρκεια, η οποία χαρακτηρίζεται από ίκτερο, συσσώρευση υγρών (πρήξιμο στα πόδια ή στην κοιλιά) και σύγχυση. Ωστόσο, πολλά άτομα δεν εμφανίζουν συμπτώματα, ιδίως εάν η λοίμωξη εμφανιστεί σε βρέφη και παιδιά. Η απουσία συμπτωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο δεν έχει μολυνθεί ή ότι η λοίμωξη είναι υπό έλεγχο.
Τα περισσότερα άτομα με χρόνια ηπατίτιδα Β δεν παρουσιάζουν συμπτώματα έως ότου η ηπατική τους νόσος φτάσει σε προχωρημένο στάδιο. Το πιο συνηθισμένο πρώιμο σύμπτωμα είναι η κόπωση. Όλοι όσοι πάσχουν από χρόνια ηπατίτιδα Β διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών, όπως ίνωση του ήπατος (που ονομάζεται κίρρωση όταν η ίνωση είναι σοβαρή) και ο καρκίνος του ήπατος.
Οξεία ηπατίτιδα Β
Αφού ένα άτομο μολυνθεί για πρώτη φορά από την ηπατίτιδα Β, λέγεται ότι πάσχει από «οξεία» ηπατίτιδα. Τα περισσότερα άτομα με οξεία ηπατίτιδα Β αναρρώνουν χωρίς επιπλοκές.
Ωστόσο, σε περίπου 5 % των ενηλίκων (1 στους 20) ο ιός εγκαθίσταται στο ήπαρ, όπου συνεχίζει να αναπαράγεται για πολλά χρόνια. Τα άτομα που συνεχίζουν να φέρουν τον ιό αναφέρονται ως «φορείς». Εάν αναπτυχθεί ηπατική βλάβη (φλαγμονή) λόγω χρόνιας λοίμωξης, το άτομο θεωρείται ότι πάσχει από «χρόνια» ηπατίτιδα.
Χρόνια ηπατίτιδα Β
Η χρόνια ηπατίτιδα Β εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό σε νεαρή ηλικία (συχνά κατά τη γέννηση). Δυστυχώς, αυτό είναι συχνό φαινόμενο σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, όπως στη Νοτιοανατολική Ασία, την Κίνα και την υποσαχάρια Αφρική, όπου έως και 1 στα 10 άτομα πάσχει από χρόνια λοίμωξη από ηπατίτιδα Β.
Πολλοί άνθρωποι με χρόνια ηπατίτιδα Β δεν παρουσιάζουν καθόλου συμπτώματα· άλλοι παρουσιάζουν συμπτώματα όπως κόπωση και απώλεια όρεξης.
Διάγνωση της ηπατίτιδας Β
Υπάρχουν διάφορες εξετάσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση ή την παρακολούθηση της λοίμωξης από ηπατίτιδα Β. Οι περισσότερες από αυτές τις εξετάσεις είναι εξετάσεις αίματος και περιλαμβάνουν εκείνες που ανιχνεύουν:
- Το αντιγόνο επιφανείας της ηπατίτιδας Β (HBsAg) – Το HBsAg είναι μια πρωτεΐνη που βρίσκεται στην επιφάνεια του ιού της ηπατίτιδας Β. Αυτή η πρωτεΐνη εμφανίζεται στο αίμα 1 έως 10 εβδομάδες μετά την έκθεση στον ιό της ηπατίτιδας Β και πριν το άτομο αρχίσει να εμφανίζει συμπτώματα της λοίμωξης. Σε άτομα που αναρρώνουν, αυτή η πρωτεΐνη συνήθως εξαφανίζεται μετά από 4 έως 6 μήνες. Η συνεχιζόμενη παρουσία της υποδηλώνει ότι έχει αναπτυχθεί χρόνια λοίμωξη.
- Αντίσωμα έναντι του αντιγόνου επιφάνειας της ηπατίτιδας Β (anti-HBs) – Το anti-HBs βοηθά το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού να επιτεθεί στον ιό της ηπατίτιδας Β. Υπάρχει συνήθως σε άτομα που έχουν αναρρώσει ή που έχουν εμβολιαστεί κατά της ηπατίτιδας Β. Τα άτομα που διαθέτουν αυτό το αντίσωμα είναι συνήθως ανοσοποιημένα έναντι της ηπατίτιδας Β.
- Αντίσωμα έναντι του πυρηνικού αντιγόνου της ηπατίτιδας Β (anti-HBc) – Το anti-HBc υπάρχει συνήθως καθ’ όλη τη διάρκεια της λοίμωξης και παραμένει στο αίμα μετά την ανάρρωση. Η παρουσία του υποδηλώνει τρέχουσα ή παλαιότερη λοίμωξη. Δεν υπάρχει σε άτομα που έχουν εμβολιαστεί κατά της ηπατίτιδας Β.
- Αντιγόνο «e» της ηπατίτιδας Β (HBeAg) – Το HBeAg είναι μια πρωτεΐνη της οποίας η παρουσία υποδηλώνει ότι ο ιός της ηπατίτιδας Β συνεχίζει να δημιουργεί αντίγραφα του εαυτού του (αναπαραγωγή). Η παρουσία του υποδηλώνει συνήθως υψηλό επίπεδο κυκλοφορούντος ιού και υψηλή πιθανότητα μετάδοσης της λοίμωξης. Η απουσία του υποδηλώνει συνήθως χαμηλότερο επίπεδο κυκλοφορούντος ιού.
- Αντίσωμα έναντι του e αντιγόνου της ηπατίτιδας Β (anti-HBe) – Το anti-HBe συνήθως υποδηλώνει ότι η αναπαραγωγή του ιού έχει επιβραδυνθεί, αλλά σε ορισμένες παραλλαγές της ηπατίτιδας Β, ο ιός συνεχίζει να αναπαράγεται με ταχύ ρυθμό και μπορούν να ανιχνευθούν υψηλά επίπεδα ιού στην κυκλοφορία.
- DNA της ηπατίτιδας Β (HBV DNA) – Το HBV DNA είναι το γενετικό υλικό που βρίσκεται στον ιό της ηπατίτιδας Β. Το «ιικό φορτίο» του HBV DNA αποτελεί μέτρο της συγκέντρωσης του ιού στο κυκλοφορούν αίμα.
Το HBV DNA συνήθως εξαφανίζεται από το αίμα αφού το άτομο αναρρώσει από την οξεία λοίμωξη. Σε άτομα με χρόνια λοίμωξη από ηπατίτιδα Β, τα επίπεδα του HBV DNA στο αίμα μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την ισορροπία μεταξύ του ανοσοποιητικού συστήματος του ατόμου, που προσπαθεί να ελέγξει τον ιό, και του ιού, που προσπαθεί να αναπαραχθεί (να δημιουργήσει περισσότερα αντίγραφα του εαυτού του).
Σε άτομα με χρόνια λοίμωξη από ηπατίτιδα Β, οι γιατροί χρησιμοποιούν τα επίπεδα του HBV DNA για να αποφασίσουν ποιοι χρειάζονται θεραπεία με αντιιικά φάρμακα και για να παρακολουθήσουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.
- Άλλες εξετάσεις – Υπάρχουν πολλές άλλες εξετάσεις που μπορούν να δόσουν πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας του ήπατος, αλλά δεν είναι ειδικές για την ηπατίτιδα Β (π.χ αλκοόλ, στα ναρκωτικά, στη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ («λιπώδες ήπαρ») ή σε άλλες ασθένειες). Σε αυτές περιλαμβάνονται οι εξετάσεις ηπατικών ενζύμων (πυροσταφιλική αμινοτρανσφεράση [ALT ή SGPT] και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση [AST ή SGOT]), η χολερυθρίνη, η αλκαλική φωσφατάση, η αλβουμίνη, ο χρόνος προθρομβίνης και ο αριθμός των αιμοπεταλίων.
Η βιοψία ήπατος (κατά την οποία εισάγεται βελόνα στο ήπαρ για τη λήψη μικρού δείγματος ιστού προς εξέταση) δεν απαιτείται συστηματικά για τη διάγνωση της λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας Β. Η ηπατική βιοψία χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση της ηπατικής βλάβης σε άτομα με χρόνια ηπατίτιδα, για να βοηθήσει στη λήψη απόφασης σχετικά με την ανάγκη θεραπείας και για τον εντοπισμό ενδείξεων κίρρωσης ή καρκίνου του ήπατος.
Η σοβαρότητα της ηπατικής νόσου ή ο βαθμός της ηπατικής βλάβης μπορούν επίσης να προσδιοριστούν με άλλες μεθόδους, χωρίς να απαιτείται ηπατική βιοψία. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει εξετάσεις αίματος ή εξετάσεις για τη μέτρηση της ηπατικής σκληρότητας (ίνωσης). Γενικά, αυτές οι εξετάσεις είναι ακριβείς όσον αφορά τη διάκριση της πρώιμης ίνωσης (ουλώδης ιστός) από την προχωρημένη ίνωση ή την κίρρωση (όταν ο ουλώδης ιστός είναι εκτεταμένος). Ωστόσο, δεν μπορούν να προσδιορίσουν συγκεκριμένα στάδια ίνωσης ούτε τον βαθμό της φλεγμονής.
Θα αναπτύξω χρόνια ηπατίτιδα Β;
Η πιθανότητα να αναπτύξετε χρόνια ηπατίτιδα Β εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ηλικία σας κατά τη στιγμή της μόλυνσης. Η χρόνια λοίμωξη αναπτύσσεται σε περίπου 90 τοις εκατό των παιδιών που μολύνονται κατά τη γέννηση, σε 20 έως 50 τοις εκατό των παιδιών που μολύνονται μεταξύ της ηλικίας του 1 και των 5 ετών, και σε λιγότερο από 5 τοις εκατό των ατόμων που μολύνονται με ηπατίτιδα Β κατά την ενήλικη ζωή.
Διατρέχω κίνδυνο να αναπτύξω κίρρωση ή καρκίνο του ήπατος;
Ο κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών (όπως κίρρωση, ηπατική ανεπάρκεια ή καρκίνος του ήπατος) εξαρτάται από το πόσο γρήγορα πολλαπλασιάζεται ο ιός και από το πόσο αποτελεσματικά ελέγχει τη λοίμωξη το ανοσοποιητικό σας σύστημα.
Για τα άτομα με χρόνια ηπατίτιδα Β, ο κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών:
- Αυξάνεται εάν υπάρχουν μεγάλες περίοδοι κατά τις οποίες τα επίπεδα του DNA της ηπατίτιδας Β είναι υψηλά
- Αυξάνεται στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες
- Αυξάνεται με την αύξηση της ηλικίας
- Αυξάνεται λόγω της κατανάλωσης αλκοόλ,
- Αυξάνεται σε περίπτωση συλλοίμωξης με τον ιό της ηπατίτιδας C ή D (ιός που εξαρτάται από την ηπατίτιδα Β) ή τον ιό HIV
Επιπλέον, το υπερβολικό βάρος ή ο διαβήτης αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης λιπώδους ήπατος (συσσώρευση λίπους στο ήπαρ), κάτι που μπορεί να επιταχύνει την εξέλιξη της ηπατικής νόσου σε άτομα με ηπατίτιδα Β.

Θεραπεία της ηπατίτιδας Β
Πρέπει να υποβάλλονται όλοι σε θεραπεία;
Συνήθως δεν απαιτείται ειδική θεραπεία για την οξεία ηπατίτιδα Β, καθώς σε περίπου 95 τοις εκατό των ενηλίκων το ανοσοποιητικό σύστημα ελέγχει τη λοίμωξη και αντιμετωπίζει τον ιό εντός περίπου έξι μηνών.
Σε άτομα που αναπτύσσουν χρόνια ηπατίτιδα, ενδέχεται να συνιστάται η λήψη αντιιικού φαρμάκου για τη μείωση ή την αναστροφή της ηπατικής βλάβης και για την πρόληψη μακροπρόθεσμων επιπλοκών της ηπατίτιδας Β. Ωστόσο, δεν χρειάζονται άμεση θεραπεία όλα τα άτομα με ηπατίτιδα Β. Εάν δεν χρειάζεται να ξεκινήσετε αμέσως θεραπεία, θα παρακολουθείστε με την πάροδο του χρόνου, ώστε να διαπιστωθεί πότε η ηπατίτιδα γίνεται πιο ενεργή (σε εκείνο το σημείο μπορεί να ξεκινήσετε αντιιική θεραπεία).
Μόλις ξεκινήσετε τη θεραπεία, θα υποβάλλεστε σε τακτικές εξετάσεις αίματος για να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας και να εντοπιστούν τυχόν παρενέργειες ή αντοχή στο φάρμακο. Η θεραπεία και η παρακολούθηση θα συνεχιστεί μακροπρόθεσμα και σε κάποιες περιπτώσεις όπου θα ολοκληρωθεί η θεραπεία η παρακολούθηση θα συνεχιστεί, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο ιός ενεργοποιηθεί εκ νέου. Η θεραπεία δεν πρέπει να διακοπεί χωρίς να το συζητήσετε πρώτα με τον γιατρό σας, καθώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ιός μπορεί να επανέλθει γρήγορα, προκαλώντας σοβαρή ηπατική βλάβη.
Αντιιικά φάρμακα
Εάν ο γιατρός σας κρίνει ότι πρέπει να υποβληθείτε σε θεραπεία, υπάρχουν δύο τύποι αντιιικών φαρμάκων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν: τα ανάλογα νουκλεοσ(τ)ιδίων (πρόκειται για από του στόματος φάρμακα που λαμβάνετε καθημερινά) και η ιντερφερόνη (ένα ενέσιμο φάρμακο). Οι περισσότεροι ασθενείς λαμβάνουν από του στόματος φάρμακο. ο γιατρός σας θα συζητήσει αυτές τις επιλογές μαζί σας.
Ανάλογα νουκλεοσ(τ)ιδίων
Τα ανάλογα νουκλεοσ(τ)ιδίων είναι από του στόματος αντιιικά φάρμακα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία της ηπατίτιδας Β. Σε ορισμένα άτομα με προχωρημένη κίρρωση, η θεραπεία με ένα από αυτά τα φάρμακα μπορεί να αναστρέψει την ηπατική ανεπάρκεια και να εξαλείψει την ανάγκη για μεταμόσχευση ήπατος
Η εντεκαβίρη και η τενοφοβίρη είναι τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα από του στόματος αντιιικά φάρμακα. Αυτά τα φάρμακα είναι πιο ισχυρά και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν ανάπτυξη αντοχής του ιού σε σύγκριση με τα ανάλογα νουκλεοσιδίων που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν (π.χ. λαμιβουδίνη).
Οι περισσότεροι ασθενείς θα χρειαστούν μακροχρόνια θεραπεία για να διατηρήσουν τον έλεγχο του ιού της ηπατίτιδας Β. Σε ορισμένες περιπτώσεις, απαιτείται θεραπεία για όλη τη ζωή.
Εντεκαβίρη
Η εντεκαβίρη αποτελεί συνιστώμενη θεραπεία για άτομα που δεν έχουν λάβει προηγουμένως θεραπεία με από του στόματος αντιιικά φάρμακα. Αν και η αντοχή στην εντεκαβίρη είναι σπάνια σε άτομα που δεν έχουν λάβει ποτέ αντιιική θεραπεία, μπορεί να εμφανιστεί σε έως και 50 τοις εκατό των ατόμων που έχουν χρησιμοποιήσει λαμιβουδίνη για τη θεραπεία της ηπατίτιδας Β.
Τενοφοβίρη
Η τενοφοβίρη αποτελεί συνιστώμενη θεραπεία τόσο για άτομα που έχουν υποβληθεί όσο και για εκείνα που δεν έχουν υποβληθεί ποτέ σε θεραπεία με από του στόματος αντιιικά φάρμακα για την ηπατίτιδα Β. Η τενοφοβίρη διατίθεται σε δύο μορφές: τενοφοβίρη δισοπροξίλη και τενοφοβίρη αλαφεναμίδη.
Η τενοφοβίρη είναι αποτελεσματική στην καταστολή του ιού της ηπατίτιδας Β που είναι ανθεκτικός σε άλλα αντιιικά φάρμακα, όπως η λαμιβουδίνη, η τελβιβουδίνη, η αδεφοβίρη ή η εντεκαβίρη. Δεν έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αντοχής στην τενοφοβίρη.
Πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη-άλφα
Η πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη-άλφα αποτελεί κατάλληλη θεραπεία για άτομα με χρόνια λοίμωξη από ηπατίτιδα Β που παρουσιάζουν ανιχνεύσιμη ιική δραστηριότητα, συνεχιζόμενη ηπατική φλεγμονή και δεν πάσχουν από κίρρωση.
Η πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη-άλφα μπορεί να εξεταστεί ως επιλογή για νέους που δεν παρουσιάζουν προχωρημένη ηπατική νόσο και δεν επιθυμούν να ακολουθήσουν μακροχρόνια θεραπεία. Δεν ενδείκνυται για άτομα με κίρρωση που παρουσιάζουν ηπατική ανεπάρκεια ή για άτομα που παρουσιάζουν υποτροπή της ηπατίτιδας μετά από μεταμόσχευση ήπατος.
Η πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη χορηγείται με ένεση μία φορά την εβδομάδα και η θεραπεία διαρκεί ένα έτος. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις άλλες θεραπείες για την ηπατίτιδα, οι οποίες χορηγούνται από το στόμα για πολλά χρόνια. Δεν έχει αναφερθεί αντοχή στην ιντερφερόνη.
Το μειονέκτημα της πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης-άλφα είναι ότι μπορεί να προκαλέσει πολλές παρενέργειες.
Μεταμόσχευση ήπατος
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μεταμόσχευση ήπατος μπορεί να είναι η μόνη επιλογή για άτομα που έχουν αναπτύξει προχωρημένη κίρρωση. Η διαδικασία της μεταμόσχευσης ήπατος περιλαμβάνει εκτενή διαδικασία αξιολόγησης για να διασφαλιστεί ότι ένα άτομο είναι κατάλληλος υποψήφιος. Επομένως, δεν είναι επιλέξιμοι όλοι οι ασθενείς με κίρρωση, και μόνο εκείνοι με την πιο προχωρημένη κίρρωση ή καρκίνο του ήπατος σε πρώιμο στάδιο, οι οποίοι επιπλέον παρουσιάζουν καλή ιατρική και κοινωνική κατάσταση, θα εγγραφούν στη λίστα αναμονής για μεταμόσχευση. Λόγω της έλλειψης δοτών, δεν θα λάβουν μεταμόσχευση ήπατος όλοι όσοι βρίσκονται στη λίστα αναμονής.
Συμβουλές για τη διατήρηση της υγείας του ήπατος
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η πλειονότητα των ατόμων με οξεία ηπατίτιδα Β ξεπερνά τη λοίμωξη. Όσοι αναπτύξουν χρόνια λοίμωξη θα πρέπει να επισκεφθούν γιατρό με εξειδίκευση στις ηπατικές παθήσεις (γαστρεντερολόγο-ηπατολόγο), ο οποίος θα μπορεί να συζητήσει μαζί τους τις θεραπευτικές επιλογές.
Εμβολιασμοί
Όλοι όσοι πάσχουν από χρόνια ηπατίτιδα Β θα πρέπει να εμβολιαστούν κατά της ηπατίτιδας Α, εκτός αν είναι γνωστό ότι διαθέτουν ανοσία. Συνιστάται ο εμβολιασμός κατά της γρίπης μία φορά το χρόνο, συνήθως το φθινόπωρο.
Τα άτομα με χρόνια ηπατίτιδα Β πρέπει να εμβολιαστούν κατά του SARS-CoV-2 (του ιού που προκαλεί την COVID-19). Τα εμβόλια κατά της COVID-19 είναι ασφαλή για άτομα με χρόνια ηπατίτιδα Β. Τα άτομα με κίρρωση ενδέχεται να παρουσιάσουν πιο σοβαρή νόσο εάν προσβληθούν από COVID-19, ενώ ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της σοβαρής COVID-19 και απαιτούν νοσοκομειακή περίθαλψη, ενδέχεται να αυξήσουν τη δραστηριότητα του ιού της ηπατίτιδας Β.
Τα άτομα με ηπατική νόσο θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν άλλους τυπικούς εμβολιασμούς, συμπεριλαμβανομένου ενός αναμνηστικού εμβολίου κατά της διφθερίτιδας και του τετάνου, κάθε 10 χρόνια.
Προληπτικός έλεγχος για καρκίνο του ήπατος
Συνιστάται επίσης ο τακτικός προληπτικός έλεγχος για καρκίνο του ήπατος, ιδίως για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, άτομα με κίρρωση και άτομα με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του ήπατος. Γενικά, αυτό περιλαμβάνει υπερηχογραφική εξέταση του ήπατος (ή και αξονική τομογραφία/μαγνητική τομογραφία)καθώς και εξέταση αίματος για την αλφα-φετοπρωτεΐνη (AFP) κάθε έξι μήνες.
Διατροφή
Δεν έχει αποδειχθεί ότι κάποια συγκεκριμένη διατροφή βελτιώνει την έκβαση σε άτομα με ηπατίτιδα Β. Η καλύτερη συμβουλή είναι να ακολουθείτε μια φυσιολογική, υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή και να διατηρείτε φυσιολογικό βάρος.
Αλκοόλ
Το αλκοόλ πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να επιδεινώσει τη βλάβη του ήπατος. Όλοι οι τύποι αλκοολούχων ποτών μπορούν να είναι επιβλαβείς για το ήπαρ. Τα άτομα με ηπατίτιδα Β μπορούν να εμφανίσουν ηπατικές επιπλοκές ακόμη και με μικρές ποσότητες αλκοόλ.
Κάπνισμα
Το κάπνισμα είναι επιβλαβές για την υγεία σας και πρέπει να αποφεύγεται. Επιπλέον, ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του ήπατος σε άτομα με ηπατίτιδα Β.
Άσκηση
Η άσκηση είναι ευεργετική για τη γενική υγεία και ενθαρρύνεται, αλλά δεν έχει καμία επίδραση στον ιό της ηπατίτιδας Β. Η άσκηση δεν είναι επιβλαβής για το ήπαρ, ακόμη και σε άτομα με χρόνια ηπατίτιδα ή κίρρωση.
Συνταγογραφούμενα και μη συνταγογραφούμενα φάρμακα
Πολλά φάρμακα μεταβολίζονται από το ήπαρ. Επομένως, είναι πάντα καλύτερο να συμβουλευτείτε έναν επαγγελματία υγείας ή φαρμακοποιό πριν ξεκινήσετε τη λήψη ενός νέου φαρμάκου. Κατά γενικό κανόνα, εκτός εάν το ήπαρ έχει ήδη υποστεί ίνωση-κίρρωση , τα περισσότερα φάρμακα είναι ασφαλή για άτομα με ηπατίτιδα Β.
Μια σημαντική πιθανή εξαίρεση αποτελεί η ακεταμινοφαίνη (παρακεταμόλη) η μέγιστη συνιστώμενη δόση σε άτομα με ηπατική νόσο δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2 γραμμάρια σε 24 ώρες. Πολλά φάρμακα για το κρυολόγημα και τον πονοκέφαλο που διατίθενται χωρίς ιατρική συνταγή, με διαφορετικές ονομασίες, ενδέχεται να περιέχουν ακεταμινοφαίνη/παρακεταμόλη.
Θα πρέπει να αποφεύγετε την ιβουπροφαίνη, τη ναπροξένη και την ασπιρίνη εάν πάσχετε από κίρρωση.
Φυτικά φάρμακα
Καμία φυτική θεραπεία δεν έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει την έκβαση σε άτομα με ηπατίτιδα Β, ενώ ορισμένες μπορεί να προκαλέσουν σοβαρή ηπατική τοξικότητα. Οι φυτικές θεραπείες δεν συνιστώνται σε κανέναν που πάσχει από ηπατίτιδα Β.
Υποστήριξη
Ορισμένα άτομα θεωρούν χρήσιμο να έρχονται σε επαφή και να λαμβάνουν υποστήριξη από άλλα άτομα που ζουν με ηπατίτιδα Β. Υπάρχουν αρκετοί οργανισμοί σε όλο τον κόσμο.
Πρόληψη
Πρόληψη της μόλυνσης των στενών επαφών
Η οξεία και η χρόνια ηπατίτιδα Β είναι μεταδοτικές. Επομένως, τα άτομα με ηπατίτιδα Β θα πρέπει να συζητήσουν μέτρα για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης των στενών επαφών τους. Αυτά περιλαμβάνουν τα εξής:
- Συζητήστε το θέμα της λοίμωξης με τους σεξουαλικούς σας συντρόφους και χρησιμοποιείτε προφυλακτικό από λατέξ σε κάθε σεξουαλική επαφή (εκτός αν είναι γνωστό ότι ο/οι σεξουαλικός/οί σύντροφος/οι είναι ανοσοποιημένος/οι έναντι της ηπατίτιδας Β) (βλέπε παρακάτω).
- Μην μοιράζεστε ξυράφια, οδοντόβουρτσες ή οτιδήποτε άλλο που ενδέχεται να έχει αίμα πάνω του.
- Καλύψτε τις ανοιχτές πληγές και τα κοψίματα με επίδεσμο.
- Μην δωρίζετε αίμα, όργανα, άλλους ιστούς ή σπέρμα.
- Τα άμεσα μέλη της οικογένειας, τα μέλη του νοικοκυριού και οι τακτικοί σεξουαλικοί σύντροφοι πρέπει να υποβληθούν σε εξέταση για ηπατίτιδα Β. Όποιος διατρέχει κίνδυνο μόλυνσης από ηπατίτιδα Β πρέπει να εμβολιαστεί. Μετά τον εμβολιασμό πρέπει να γίνει εξέταση αίματος για να επιβεβαιωθεί ότι το ανοσοποιητικό τους σύστημα ανταποκρίθηκε στο εμβόλιο.
- Μην μοιράζεστε εξοπλισμό για ενέσιμη χρήση ναρκωτικών (βελόνες, σύριγγες).
- Καθαρίστε τις κηλίδες αίματος με ένα μείγμα 1 μέρους οικιακού λευκαντικού προς 9 μέρη νερού.
Η ηπατίτιδα Β δεν μεταδίδεται με:
- Αγκαλιές ή φιλιά
- Χειραψίες
- Κοινή χρήση μαχαιροπήρουνων ή ποτηριών ή κοινό γεύμα
- Φτέρνισμα ή βήχα
- Θηλασμό
Πρόληψη της μετάδοσης στο μωρό κατά τον τοκετό
Εάν μια έγκυος γυναίκα παρουσιάσει θετικό αποτέλεσμα στη εξέταση για το επιφανειακό αντιγόνο της ηπατίτιδας Β, μπορούν να ληφθούν ορισμένα μέτρα για τη μείωση του κινδύνου μετάδοσης του ιού στο μωρό της. Αυτά περιλαμβάνουν:
- Αντιιικά φάρμακα – Μπορεί να συνιστώνται αντιιικά φάρμακα για τη μητέρα, εάν η ποσότητα του ιού στο αίμα της (ιικό φορτίο) είναι υψηλή. Αυτά τα φάρμακα χρησιμοποιούνται για τη μείωση του ιικού φορτίου. Ενδέχεται να παραπεμφθείτε σε ειδικό για να σας βοηθήσει να αποφασίσετε αν χρειάζεστε φάρμακα και ποια φάρμακα πρέπει να χρησιμοποιήσετε.
- Ανοσοσφαιρίνη ηπατίτιδας Β – Στα βρέφη πρέπει να χορηγείται, αμέσως μετά τη γέννηση, μια ένεση που ονομάζεται ανοσοσφαιρίνη ηπατίτιδας Β (HBIG). Η HBIG παρέχει άμεση προστασία στο βρέφος, αλλά η δράση της διαρκεί μόνο λίγους μήνες.
- Εμβολιασμοί κατά της ηπατίτιδας Β – Τα βρέφη πρέπει επίσης να λάβουν τη σειρά εμβολίων κατά της ηπατίτιδας Β. Η ολοκλήρωση της σειράς εμβολίων είναι σημαντική για τη μακροπρόθεσμη προστασία.
Η πρώτη δόση του εμβολίου κατά της ηπατίτιδας Β πρέπει να χορηγείται κατά τη γέννηση. Σε ορισμένες χώρες (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας), απαιτούνται συνήθως δύο επιπλέον δόσεις για την ολοκλήρωση της σειράς εμβολίων. Αυτές μπορούν να χορηγηθούν μαζί με τα τακτικά παιδικά εμβόλια σε ηλικία περίπου 1 και 6 μηνών. Ωστόσο, σε άλλες χώρες, τα παιδιά λαμβάνουν συστηματικά τρεις δόσεις του εμβολίου κατά της ηπατίτιδας Β επιπλέον της δόσης κατά τη γέννηση (δηλαδή, συνολικά τέσσερις δόσεις).
Αυτά τα βρέφη πρέπει να υποβληθούν σε εξέταση αίματος για το επιφανειακό αντιγόνο της ηπατίτιδας Β και για τα επιφανειακά αντισώματα της ηπατίτιδας Β σε ηλικία 9 έως 12 μηνών ή έναν έως δύο μήνες μετά την τελευταία δόση του εμβολίου κατά της ηπατίτιδας Β, εάν ο εμβολιασμός έχει καθυστερήσει. Εάν τα αποτελέσματα της εξέτασης αντισωμάτων είναι αρνητικά, απαιτείται επιπλέον εμβολιασμός.
Πρόληψη της επανενεργοποίησης του HBV
Εάν ένα άτομο με χρόνια λοίμωξη από HBV χρειάζεται να λάβει φάρμακα που καταστέλλουν την ανοσολογική του λειτουργία, ο HBV μπορεί να επανενεργοποιηθεί (να πολλαπλασιαστεί πολύ γρήγορα) και να προκαλέσει βλάβη στο ήπαρ.
Η επανενεργοποίηση του HBV μπορεί να προληφθεί με τη λήψη ενός αντιιικού φαρμάκου κατά του HBV. Εάν διαγνωστείτε με μια νέα πάθηση ή σας συνταγογραφηθεί ένα νέο φάρμακο, είναι σημαντικό να ενημερώσετε όλους τους γιατρούς σας ότι πάσχετε από ηπατίτιδα Β, ώστε να διασφαλίσουν ότι λαμβάνετε την κατάλληλη θεραπεία ή να σας παραπέμψουν σε ειδικό, εάν χρειαστεί.
Ανδρέας Νάκος
Γαστρεντερολόγος – Ηπατολόγος
Στρατιωτικός Ιατρός, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ
Επιμελητής Γαστρεντερολογικής Κλινικής, 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης
PEPTICON Γαστρεντερολογικό Κέντρο